Steve Ditko

[1927-] (Johnstown, Pennsylvania)

ΤΟ Α ΕΙΝΑΙ Α, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΚΡΙΖΟ
Όταν προβλήθηκε η ταινία Spider-Man και άρχισαν να πέφτουν τα credits, ένα όνομα εμφανίστηκε δίπλα σ’ αυτό του Stan Lee, προκαλώντας ξέφρενους πανηγυρισμούς, επευφημίες και ζητωκραυγές από μερικούς θεατές, και σιωπηλή σύγχυση από όλους τους άλλους. Το όνομα είναι Steve Ditko και τα άτομα που χειροκρότησαν είναι φαν των κόμικς που συγκινήθηκαν με το γεγονός πως δόθηκε -επιτέλους- στον Ditko, τον αυθεντικό σχεδιαστή και συν-δημιουργό του Spider-Man, η αναγνώριση που του αρμόζει στην πρώτη προβολή της ταινίας Spider-Man. Ο Ditko, όμως, δεν βρισκόταν πουθενά στο πανηγύρι των Μ.Μ.Ε. για το φιλμ του Spider-Man. Ενώ ο Lee, ο άλλος, και πιο γνωστός συν-δημιουργός του χαρακτήρα, έδινε συνεντεύξεις στα τηλεοπτικά δίκτυα και πρωτοστατούσε στα πάρτι της πρεμιέρας της ταινίας, ο Ditko πιθανόν να βρισκόταν στο στενόχωρο, λιτό σχεδιαστήριο του στο κέντρο του Manhattan, σκυμμένος πάνω στο σχεδιαστήριο του σχεδιάζοντας ακόμη περισσότερα νέα κόμικς.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΙΣΤΟΣ Σ’ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟ
Θα ήταν αναμφίβολα μια κρύα χειμωνιάτικη ημέρα όταν ο Steve Ditko γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1927 στο Johnstown, Pennsylvania. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Ευρώπη. Από το 1953 εργάστηκε σε πολλούς εκδότες, στα Black Magic, Fantastic Fears (#5), Captain Atom, Captain 3-D, κλπ. Εργάστηκε στην Charlton, κυρίως σε κόμικς τρόμου (όπως το Thing). Για δικούς του λόγους ο Steve εγκατέλειψε την Νέα Υόρκη και τα κόμικς από τις αρχές του 1954 έως και τα τέλη του 1955. Όταν επέστρεψε δούλεψε στην Marvel Comics, όπου συνεργάστηκε με τον Jack Kirby και γνώρισε φυσικά και τον S.Lee. Έως και το 1963 στην Charlton σχεδίασε τα Captain Atom, Dr. Haunt, Gorgo, Konga, Konga’s Revenge, Mysterious Traveler, κλπ.. Μετά την δημιουργία των Fantastic Four, δημιουργεί στο κλίμα της εποχής τον Spiderman, το 1962, και τον Dr. Strange, το 1963. Εγκαταλείπει την Marvel και τους ήρωες του το 1966. Πολλοί υποθέτουν ότι αυτό συνέβη έπειτα από μια διαφωνία που είχε με τον Lee σχετικά με τον χαρακτήρα Green Goblin (ο Ditko ήθελε κάτω από την μάσκα του Goblin να είναι ένας νέος χαρακτήρας, ενώ ο Lee επέμενε να είναι ο Norman Osborn). Ο Ditko κατευθύνθηκε στην DC όπου σχεδίασε 6 τεύχη του Beware The Creeper. Διαφώνησε με τον σεναριογράφο Denny O’Neil και έφυγε κι από αυτόν τον τίτλο. Ο O’Neil είχε γράψει ένα προσχέδιο σεναρίου που εστίαζε στην ζωή ενός «πρώην εγκληματία». Ο Ditko έγραψε μια σημείωση πάνω στο σενάριο που έλεγε «Δεν υπάρχει αυτή η σκέψη που αναφέρεις, δεν υπάρχει «πρώην εγκληματίας». Έστω και μια φορά να διαπράξεις έγκλημα, είσαι εγκληματίας για όλη σου τη ζωή». Πηγαίνει στην Dell όπου δημιουργεί το Nukla, στην Tower τα Dynamo, No Man, ενώ στον Warren συνεργάζεται με τον Wally Wood και τον Archie Goodwin σε κόμικς heroic fantasy και τρόμου, βρίσκοντας την ελευθερία στην έκφραση των ιδεών του (κάτι που δεν υπήρχε στη Marvel ή την D.C.). Το 1968 δημιουργεί τα Blue Beatle, The Question, προβάλλοντας με τρόπο την ιδεολογία του. Είναι όμως στο Witzend (1969-70) και σε διάφορα φανζίν όπου μπορεί και εκφράζεται ελεύθερα, με κόμικς όπως το Mr. A, ένα άκρως φανταστικό πολιτικό κόμικς με βασικό χαρακτήρα έναν άντρα που αποδίδει δικαιοσύνη στους δρόμους και τιμωρεί τους κακούς, φτάνοντας τελικά στο σημείο να γίνει ο χειρότερος, ο πιο κακός από όλους. Στα The Creeper και Hawk and Dove το 1968 στη D.C. αναπτύσσει πάνω κάτω τις ίδιες ιδέες, απλά λίγο πιο ραφιναρισμένες για να αποφύγει την λογοκρισία. Έτσι μετά τους σούπερ ήρωες σχεδιάζει κόμικς φανταστικά και Ε.Φ. μεταθέτοντας την δράση στο μέλλον ή στο διάστημα, για να μπορέσει να πει όλα αυτά που θέλει για την τωρινή κατάσταση του κόσμου μας αποφεύγοντας το ψαλίδι της λογοκρισίας. Στη D.C. σχεδιάζει το φανταστικό Shade the Changing Man (το οποίο θα αναγεννηθεί την δεκαετία του 1990, στη συλλογή Vertigo της DC από τον Βρετανό Peter Milligan), και το Stalker με τον καλό του φίλο W. Wood. Με ένα άλλο φίλο του (λίγο παρεξηγημένο) τον Stanton σχεδίασε σαδομαζοχιστικά κόμικς και τον άφησε να τα υπογράψει. Επιστρέψε στη Marvel το 1979 όπου σχεδιάσε το Machine Man, ένα ρομπότ με ανθρώπινη καρδιά και συναισθήματα, το Further Adventures Of Indiana Jones και τον Rom. Με τον καταπληκτικό συγγραφέα Ε.Φ. Bill Mantlo δημιούργησε τον Captain Universe, που όπως προδίδει και το όνομα του προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη τον Συμ και τον Παν.

Arturo Del Castillo

[1925-] (Concepciοn (Χιλή)) Ο Arturo Perez Del Castillo γεννήθηκε στην Concepciοn (Χιλή) το 1925, πολύ γρήγορα πηγαίνει στο Santiago όπου δουλεύει αρχικά ως εικονογράφος. το 1948 εγκαταλείπει την πατρίδα του και πηγαίνει να συναντήσει τον αδελφό του, Jorge στο Buenos Aires της Αργεντινής. η Αργεντινή , η δεύτερη πατρίδα του, θα της μείνει πιστός ως το τέλος… Με τις συμβουλές και τις συστάσεις του Jorge , ο νεαρός Arturo θα πιάσει δουλειά στις εκδόσεις Editorial Columbia , ξεκινώντας αρχικά ως δημιουργός καλλιτεχνικής γραφής (lettering), στο Intervalo. Μετά από ένα πρώτο κόμικς για το περιοδικό Aventuras (εκδόσεις Guttierez), επιστρέφει ξανά στο Intervalo ,τούτη τη φορά όμως ως σεναριογράφος. Από το 1948 έως το 1957 , δημιούργησε αρκετές μεταφορές κλασικών μυθιστορημάτων στη μορφή των κόμικς(«La Dame en Blanc» του Alejandro Casota, «Ο άνθρωπος που γελά» του Victor Hugo, κ.α.).
Το 1957 είναι η πιο σημαντική χρονιά για τον καλλιτέχνη, τότε συνεργάζεται με τον συγγραφέα Hector German Oesterheld , και το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο όμορφα κόμικς που έγιναν ποτέ: ο «Randall The Killer», μια western σειρά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Hora Cero (εκδόσεις Frontera). Στο ντεμπούτο του 1960 δούλεψε για το αγγλικό πρακτορείο Fleetway Productions (Amalgamated Press), όπου σχεδίασε μεταφορές σε κόμικς γνωστών κλασικών νουβελών («Οι Τρεις Σωματοφύλακες»,»l Homme au masque de fer» τoυ Alexandre Dumas,κ.α.). αυτή την περίοδο δημιουργεί κι ένα άλλο western, το «Ringo»(εκδίδεται ξανά και συνεχίζεται τα χρόνια 1968-1974). το 1962 συνεργάζεται με τον αργεντινό σεναριογράφο Ray Collins(ψευδώνυμο του Zappietto), και δημιουργούν μαζί το πολύ όμορφο «Garret»(1961-1964), για το αργεντινό εβδομαδιαίο Misterix. Το 1974 συνέχισαν αυτή τη σειρά , υπό τον νέο τίτλο «El Cobra» για το περιοδικό Scorpio. Ο Del Castillo σχεδίασε ακόμη ένα κόμικς που είχε ως θέμα του τους Vikings, για το περιοδικό Tits-Bits(σε σενάριο του πολύ καλού σεναριογράφου Alfredo Grassi). με τον Oesterheld, από το 1977 έως το 1979, δημιουργεί το «Loco Sexton» για το Scorpio, ενώ το 1975 ξεκίνησε να σχεδιάζει για ιταλούς εκδότες τα :»Ralph Kendall», «Ralph O’Connor»,κ.α. για τα studios d’Ami. Το 1981 παρουσίασε δυο νέες σειρές για τις εκδόσεις Columba,τα «Bannister», γραμμένο απ’ τον Ray Collins, και «Troels» με τον Robin Wood. Συνεργάστηκε με τις εκδόσεις Record έως το τέλος των ετών του 80, ημερομηνία που ο Arturo Del Castillo σταμάτησε την επαγγελματική του καριέρα στα κόμικς. Το έργο του είναι γνωστό σ’ όλες τις άκρες της γης, ιδίως στην Ιταλία και στη Γαλλία(όπου εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, το «Viva Zapata» στο περιοδικό Pilote το 1964, κλπ.). Ο Arturo Del Castillo, ένας από τους μεγαλύτερους και πιο αυθεντικούς δημιουργούς κόμικς όλων των εποχών, ο καλύτερος σχεδιαστής των westerns, πέθανε τον Iανουάριο του 1992 στο Bueνos Aires, ήταν 66 ετών…

RANDALL THE KILLER

Ίσως το καλύτερο έργο του Arturo Del Castillo,o Randall είναι ένας μοναχικός καβαλάρης, το σταθερό, δυνατό πρόσωπο, αυτός είναι ο Randall. Είναι ένας φονιάς στο κρυφό-αμυδρό παρελθόν του. Καμιά εποχή σαν αυτή δεν θα ξαναέρθει για τον Randall. Σενάριογραφημένο από τον Hector Oesterheld(1919-1977;)) και σχεδιασμένο από τον Arturo Del Castillo, με την συμβολή του αδελφού του και του Guillermo Letteri για τις 10 πρώτες σελίδες, δημοσίευσαν το πιο κλασικό και αυθεντικό western.Ο Randall φτιάχνει, την υπόθεση του σε μια δεκάδα ιστοριών, δημοσιευμένες σε άτακτα χρονικά διαστήματα στο αργεντίνικο εβδομαδιαίο περιοδικό Hora Cero Seminal των εκδόσεων Frontera. Στα χρόνια του 1960, στην Ιταλία το Il Corriere dei Piccoli ξεκίνησε την δημοσίευσή του, ενώ στη Γαλλία η σειρά παρουσιάστηκε σε πολλές φόρμες και διαφορετικούς τίτλους, αρχικά στο Pilote,και στη συνέχεια στο Rintintin, χωρίς όμως -δυστυχώς- αυτή η θαυμάσια σειρά να γνωρίσει την έκδοση ενός άλμπουμ. Το δρομολόγιο αυτού του καβαλάρη της νύχτας παραμένει μυστηριώδες. Εάν, ενίοτε μεσολάβησε και επενέβηκε για να βοηθήσει μια μικρή πόλη εμιγκρέδων, πολεμώντας, αντιμετωπίζοντας και φυλακίζοντας τους ληστές και κακοποιούς, κατόπιν το ίδιο άξαφνα με το όπως εμφανίστηκε ομοίως εξαφανίστηκε, χάθηκε αμέσως μετά, χωρίς στο μεταξύ να υπάρξει κάποια ευχαριστία από την μεριά των κατοίκων της πόλης. Ο Randall καταφθάνει σιωπηλός, ήσυχος, βυθισμένος στις σκέψεις του, ένα cigarillo στριμωγμένο στα χείλη του. Ο Randall δεν χαμογελά όταν συναντά ένα παιδί, αγνοεί τελείως για τις νεαρές γυναίκες, οι οποίες τον παρατηρούν τερπνά, πρόσχαρες για τον σιωπηλό cow-boy, πάντα στα κρυφά όμως για να μην καταλάβει το πάθος που έχουν για αυτόν. Είναι ένας μοναχικός τύπος που ακολουθεί την μοίρα του στο κονιορτό των όπλών του αλόγου του. κανείς δεν γνωρίζει από που έρχεται και που πηγαίνει. Τινές βγαίνει από ερώτηση εάν όντως ο Sergio Leone εμπνεύστηκε από τον χαρακτήρα του Randall,για τον δικό του ήρωα των φιλμ western τον ενσαρκωμένο στην οθόνη από τον Clint Eastwood,o Leone συν των άλλων αγαπούσε και τα κόμικς. Ο χαρακτήρας του Randall είναι χαραγμένος στο πρόσωπο του, στο βλέμμα του και στην λεπτή, ευγενική κορμοστασιά του , ολιγόλογος, κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα, παθητικός και απόμακρος πράττει το καθήκον του ως άνθρωπος και κατόπιν χάνεται-εξαφανίζεται στο περιθώριο. Φτάνει στο σημείο, τότε που ακόμη ήταν σερίφης, να συλλάβει τον εαυτό του, επειδή πίστεψε προς στιγμήν πως σκότωσε ένα αθώο, τελικά αποκαλύπτεται η αλήθεια, ότι αυτός που σκότωσε ήταν ένοχος, και ανακουφισμένος ξαναβάζει το αστέρι στο στήθος του. Ποιητικές πινελιές περιγραφής του τοπίου, ιδίως στην απαστράπτουσα νύχτα, το φεγγάρι, όλη η πλάση αντικατοπτρίζει τον ψυχικό του συγκερμό. Χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνία τόσο το εξάσφαιρο του όσο και τις γροθιές του. Όταν τον καταδικάζουν, σε κάποια στιγμή σε θάνατο με τον τρόπο της εκτέλεσης, χωρίς να καταλαβαίνουν πως είναι αθώος, αυτός ψιθυρίζει αναντίρρητα: «ο θεός ας τους συγχωρέσει», θυμίζοντας έντονα την προσωπικότητα του Ιησού. η τεχνική του del Castillo είναι αριστουργηματική, υπάρχει χειροποίητο ράστερ στο πουκάμισο του ήρωα, του μαυροντυμένου χαρακτήρα με πορφυρό φουλάρι στο λαιμό. Οι δημιουργοί φτιάχνουν ένα νέο πρότυπο ήρωα, το αντί-πρότυπο, και ναι, ο Randall δέχεται με νωχέλεια τα άσχημα σχόλια των συμπολιτών του, οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να τον εγκαταλείψουν μόνο του σε κάθε δύσκολη στιγμή, θυμίζοντας έντονα μια εκ των πηγών έμπνεύσής του, το μυθικό φιλμ του Fred Zinneman, «High Noon»(το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές)-1952-, με τον Gary Cooper, στο ρόλο του marshal, τον οποίο εγκαταλείπουν όλοι όταν πληροφορούνται ότι 4 φονιάδες έρχονται στην πόλη τους για να τον καθαρίσουν. όπως και αυτός στο πολύ όμορφο και έξυπνο αυτό φιλμ, έτσι και ο Randall, είναι ένας διαφορετικού τύπου marsal, ηθικά υπεράνω όλων, σταθερός στην τέλεση και απονομή του δικαίου, ελαφρά νάρκισσος, παθητικά εγωιστής και ερημίτης, που σαρκάζει όλα τα κλισέ του είδους των western, χωρίς όμως να θέλει να φτάσει, ούτε καν για μια και μόνο στιγμή στην απομυθοποίησή τους. Απεναντίας υπάρχει διάχυτο στις ατμόσφαιρες-κατεξοχήν δραματικές και τραγικές- αυτής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας μεταφερμένης στην άγρια δύση, μια σφαίρα μιας απροσδιόριστης εντολής από κάπου ψηλά(από το μεταφυσικό ή θείο στοιχείο), για την γένεση, την φθορά, την δοκιμασία, την κάθαρση και την μετάβαση στο μη ορατό αλλά παντοτινά υπάρχον ως άναρχο. ο χώρο-χρόνος αποκτά μια συμβολική διάσταση και είναι
απλά η αφορμή για να αφηγηθούν οι δημιουργοί με μια και ταυτόχρονα με άπειρες φωνές την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο σύγχρονος κόσμος, ο κόσμος όλων μας, και να διαπραγματευτούν καθημερινές ανθρώπινες καταστάσεις, όπως της αποξένωσης και της βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας. Οι σχεδιαστικές επιρροές του σχεδιαστή είναι εύκολα ευδιάκριτες: Alex Raymond και Harold Foster,ενώ η επιρροή του στυλ του φαίνεται στις δουλειές κατοπινών σχεδιαστών, όπως των Bernie Wrightson, και Jean Giraud (ιδίως στον Blueberry). Όσον τώρα αφορά το πρότυπο της σχεδιαζόμενης φιγούρας του χαρακτήρα, πολλά μπορούν να ειπωθούν, ας μείνουμε στο πλέον συγκεκριμένο, κι ας αναφέρουμε πως οι φυσιογνωμίες των Gary Cooper, Clint Eastwood,και William Holden συνθέτουν ένα ιδανικό κράμα δεσίματος σε ένα σύνολο που συνθέτει το κεντρικό πρόσωπο. στην Ελλάδα το κόμικς δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μικρός Καού-Μπόυ, του Θέμου Ανδρεόπουλου (1919-1996), με τον τίτλο Κένταλ. το ίδιο περιοδικό δημοσίευσε ακόμη ένα κόμικς του Castillo,το «Οι Τρεις Σωματοφύλακες», ενώ τα περιοδικά Αγόρι, σκορπιός και Τρουένο δημοσίευσαν κάποιες δουλειές του μεγάλου σχεδιαστή…στα μεγάλα περιοδικά του χώρου; no, not at all…

Michel Crespin

 [1955-2001] (ΓΑΛΛΙΑ) Ο Michel Crespin πέθανε την Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου, από πνευμονική εμβολή, στο σπίτι του, στις Άνω Άλπεις, σε ηλικία 45 ετών. Γεννημένος στις 28 Απριλίου 1955 στο Gap(Άνω Άλπεις) και μετά από δύο χρόνια σπουδών στην Arts Decoratifs της Nice, δημοσίευσε τα πρώτα του κόμικς στο Metal Hurlant, το 1977. Σχεδιαστής και σεναριογράφος που ακολουθούσε το δικό του δρόμο στα θέματα που διαπραγματευόταν, πάντα ανεπηρέαστος από τις τάσεις της εποχής του και τα ισχύοντα καλλιτεχνικά ρεύματα, διηγούταν ουμανιστικές ιστορίες με μια απόλυτη αγάπη για τη φύση, απόλυτα ευτυχισμένος με το να την σχεδιάζει σε όλες τις εκφάνσεις τις. Η φύση ήταν πραγματικά μια «δεύτερη φύση» μέσα του. Τιμήθηκε το 1999 με το μεγάλο βραβείο στο φεστιβάλ κόμικς της Blois. Το 1979 ξεκινά την saga του «Armalite 16», μια σκληρή, οικολογικής αντίστασης, μπαλάντα, φέρνοντας στο προσκήνιο την πολιτικό-οικολογική χροιά στην Ε.Φ., τοποθετώντας το πεδίο δράσης σε μια φασιστική Γαλλία. Σχεδίασε πολλά όμορφα κόμικς, μεταξύ των οποίων μια πολύ προσωπική μεταφορά σε κόμικς του θρύλου του «Faust»( υπάρχουν μόνο τα δυο πρώτα μέρη της σειράς, ενώ ένα τρίτο 62 σελίδων που είχε ολοκληρώσει χάθηκε ή κλάπηκε κατά την μετακόμιση του εκδοτικού οίκου Casterman, το 1998). Το 1996 σχεδίασε και το Manga «Elie», ενώ λίγο πριν το τέλος της ζωής του συνεργάστηκε με την σεναριογράφο Laurence Harle, προετοιμάζοντας μια ινδιάνικη κόμικς εποποιία με τίτλο Chant de l’Arc, του οποίου ο πρώτος τόμος κυκλοφορήσε στο τέλος του 2001. Ευαίσθητος και λεπτεπίλεπτος καλλιτέχνης, τον αποκάλεσαν «Πρίγκιπα της Ακουαρέλας με απαράμιλλο σχέδιο».
Ο καλύτερος επικήδειος γράφτηκε από τον φίλο του Regis Loisel:
«Michel, ο μικρός μας κόσμος σε αποχαιρετά, σου χαμογελά και θα συνεχίσει να σε υπολογίζει ανάμεσα μας. Δεν θα σου πω αντίο γιατί θα τα ξαναπούμε αργά ή γρήγορα…»

Richard Corben

[1940-] (Η.Π.Α.) Ο Richard Vance Corben, γεννημένος την 1η Οκτωβρίου του 1940 στο Anderson του Missouri, είναι δημιουργός κινουμένων σχεδίων και ένας από τους πρωτοπόρους των ενήλικων κόμικς. Η πρώτη του επαφή με τον χώρο ήταν στην εταιρεία Calvin Productions στο Κάνσας όπου και εργάστηκε στο τμήμα κινουμένων σχεδίων από το 1963 έως και το 1972. Η πρώτη του έντυπη δουλειά έκανε την εμφάνισή της, όχι σε μεγάλο περιοδικό αλλά, σε ένα φανζίν, το Voice of Comicdom, [No 12 (1968)]. Δημιουργός του θαυμάσιου κόμικς Den, αλλά και του καταπληκτικού Rowlf (το οποίο τον έκανε διάσημο), που αρχικά δημοσιευόταν σε φανζίν και έπειτα επανεκδόθηκε σαν Underground κόμικς το 1971. Πρόκειται για μια ερωτική ιστορία science fiction, μιας κοπέλας με το όνομα Maryara και του σκύλου της Rowlf. Ο Corben ειδικεύεται σε ιστορίες τρόμου, μυστηρίου, επιστημονικής φαντασίας, ερωτικές, αλλά μεταφέρει και σε κόμικς διάσημα έργα του περίφημου Edgar Allan Poe (Η Πτώση του Οίκου των Άσερ κ.α.). Στο χώρο του κινούμενου σχεδίου είναι γνωστός με το Den στο φιλμ Heavy Metal, και το NeverWorld που απέσπασε τρία βραβεία. Πρόσφατα δημιούργησε το animation (σε μορφή αρχείου Flash player) BLUDD, δείχνοντάς μας τη γέννηση του χαρακτήρα Bludd γεννώντας παράλληλα την απορία για το αν είναι μεταλλαγμένο φρικιό ή ένας ακόμη ήρωας. Το σενάριο υπογράφει ο, επί πολλών χρόνων συνεργάτης του, Jan Strnad.

Links:
http://perso.wanadoo.fr/integristebd/corbendream/index.htm
http://www.saunalahti.fi/%7Esidi/Corben-pg/Corben.html
http://www.imakinarium.net/comic/ABC%20autores/C/Corben/Corben.htm

Frank Cho

[Duk Hyun] [1971-] (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡΕΑ) Γεννημένος το 1971 ο Frank Cho, μόνιμα εγκατεστημένος στη Βαλτιμόρη, ανήκει στην νέα ελπιδοφόρα γενιά των αμερικανών δημιουργών comic-strips. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Maryland, όπου εκεί δημιούργησε το πρώτο του κόμικς, University 2, ένα κολεγιακό strip που δημοσιευόταν στην καθημερινή εφημερίδα του πανεπιστημίου, The DiamonBack (από το 1994). Γρήγορα έγινε επιτυχία, χάρη στο αγνό, ειλικρινές και χιουμοριστικό ύφος γραφής και τιμήθηκε με το βραβείο Charles Schultz. Αφού αποφοίτησε -το 1995- έκδωσε μόνος του ένα άλμπουμ με μια συλλογή από τα strips του, με τίτλο University 2 – The Angry Years. Το κόμικς αυτό μετονομάστηκε τελικά σε Liberty Meadows και από τις 31 Μαρτίου 1997 ξεκίνησε να διανέμεται από το Creators Syndicate σε μεγάλο αριθμό εφημερίδων (Chicago Tribune, Philadelphia Inquirer, Denver Post, Dallas Morning Star, Washington Post, κλπ.). Δημιουργήθηκε έτσι ένα νέο καθημερινό strip με άφθονα gags, στο κλίμα παλαιοτέρων όπως τα Calvin & Hobbes, Bloom County, The Far Side. Αρκετά επηρεασμένος από τους μεγάλους δασκάλους του παρελθόντος (Alex Raymond, Walt Kelly), αρκετά κοντινός και στον Adam Hughes. Η γραφή του πηγαία, χιουμοριστική, ποιοτική, διανοούμενη, απλή και ανθρώπινη. Στο κόμικς παρακολουθούμε τη ζωή σε ένα άσυλο ζώων -που έδωσε και το όνομα στο strip- με χαρακτήρες ανθρωπόμορφα ζώα -με ανθρώπινη συμπεριφορά και ομιλία- που έχουν αποσπαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Φροντίζονται από μια πανέμορφη ψυχολόγο ειδικευμένη στη ζωική ψυχολογία, την Brandy, που είναι ουσιαστικά ο βασικός λόγος της μεγάλης επιτυχίας αυτού του κόμικς. Αλλά αν δεν μας πιστεύετε μπορείτε να μπείτε στο site και να το διαπιστώσετε μόνες-οι σας, ή ακόμη μπορείτε να αρκεστείτε στις εικόνες που δημοσιεύουμε.

links:
http://www.libertymeadows.com/
http://www.insightstudiosgroup.com/frankc/choart.htm

Travis Charest

[1969-] (ΚΑΝΑΔΑΣ) Ο Travis (William Charest γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1969 στη μικρή πόλη Leduc της Alberta στον Καναδά. Μεγάλωσε στο ακόμη πιο μικρό χωριό New Sarepta. Τρυπώνοντας στη σοφίτα της γιαγιάς του, ανακάλυψε τα πρώτα του κόμικς, ιδιοκτησία του θείου του Jean-Guy. Άρχισε να δοκιμάζει τις σχεδιαστικές του δυνατότητες παίζοντας Role playing games με έναν φίλο του στο γυμνάσιο. Ήταν προφανές ότι διέθετε σχεδιαστικές ικανότητες. Τελικά, έπειτα από εφτά χρόνια θα αφιερώσει χρόνο στο να αναπτύξει την κλήση του αυτή. Δουλεύοντας πλήρες ωράριο σε έναν χονδρέμπορα υδραυλικών πήρε τη μεγάλη απόφαση να ασχοληθεί σοβαρά με το σχέδιο. Περιστασιακά, περνούσε τις μέρες του ξεβουλώνοντας τουαλέτες ή φορτώνοντας σιδερένιους σωλήνες, και τις νύχτες ζωγράφιζε ακατάπαυστα. Ο Neal Pozner της DC Comics ήταν ο πρώτος που του άνοιξε τις μαγικές πόρτες στον κόσμο των κόμικς. Τα πρώτα συμβόλαια που υπέγραψε ήταν λίγα και συνέχισε να δουλεύει στον υδραυλικό μέχρι που αποφάσισε ότι του άξιζε κάτι καλύτερο. Έτσι αφιερώθηκε στην 9η τέχνη. Η πρώτη του δουλειά, στο Flash Annual #4, τράβηξε την προσοχή πολλών αναγνωστών, με μια γραμμή σχεδίου αρκετά επηρεασμένη από τον αγαπημένο του σχεδιαστή Jim Lee. Ο Lee ήταν αυτός που τράβηξε τον Travis από την παγωμένη Tundra του Edmonton της Alberta, φέρνοντάς τον στο San Diego της California και στην WildStorm Productions. Σύντομα τον διάλεξε ως διάδοχο του στην σχεδίαση του κόμικς WildCats. To σχέδιο του Charest εξελίχθηκε κάτω από την καθοδήγηση του Lee. Το φωτο-ρεαλιστικό του σχέδιο και η avant garde χρωματική τεχνική που έδωσε στο κόμικς WILDCATS/X-MEN: The Golden Age παγίδευσε το ενδιαφέρον των αναγνωστών των κόμικς αλλά και όλων των υπόλοιπων επαγγελματιών του χώρου. Έπειτα ακολούθησε σόλο καριέρα σχεδιάζοντας αρκετά εξώφυλλα για πολλούς τίτλους της D.C. Comics (Batman, Robin, κλπ.), όπως επίσης και το κόμικς Darkstars. To 1998 μαζί με τον Scott Lobdell και τον inker, Richard Friend παρουσίασαν μια νέα version της σειράς WILDCATS. Η καριέρα του έτσι ολοκλήρωσε τον πρώτο της κύκλο. Ο Νέος κύκλος ξεκίνησε με μια απρόσμενη συνεργασία με τον Alexandro Jodorowsky. Στο Δικτυακό αυτό τόπο υπάρχουν ορισμένα κείμενα για το έργο αυτού του νέου ταλαντούχου σχεδιαστή, αρκετές υπέροχες εικόνες από τα κόμικς του και ένα μικρό αλλά γευστικό preview από την δουλειά με τον Jodorowsky -Les Metabarons-.

James O’Barr

 [1960-] (USA) Ο James O’Barr γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1960 στο Detroit. Αυτοδίδακτος καλλιτέχνης. Έπειτα από τον θάνατο ενός κοντινού του προσώπου από ένα μεθυσμένο οδηγό, ο O’Barr κατατάχθηκε στους πεζοναύτες, και ξεκίνησε να γράφει το πιο διάσημο κόμικς του ‘The Crow’. Αυτή η ιστορία θανάτου, αγάπης και εκδίκησης πρωτοεκδόθηκε από την Caliber, και αργότερα εκδόθηκε από την Tundra Publishing. Το 1992 γυρίστηκε η πρώτη κινηματογραφική ταινία βασισμένη στο κόμικς ‘The Crow’ με πρωταγωνιστή τον Brandon Lee

THE CROW
ΠΟΝΟΣ
Ένα χρόνο πριν… μια κρύα νύχτα του Οκτωβρίου… ένα διαλυμένο αυτοκίνητο σε ένα βρώμικο δρόμο… ένας άντρας… ένα κορίτσι… τρέλα… πόνος… και οι σκιές… Θεέ μου. οι σκιές…
ΦΟΒΟΣ
Αυτός ουρλιάζει και ουρλιάζει και χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο ώσπου φαντάσματα που Θρηνούν όλο φωτιά βαδίζουν εμπρός του. Πόνος. πόνος είναι αυτό που θέλει και μίσος, ναι μίσος. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσουμε και ποτέ να συγχωρήσουμε και ποτέ μα ποτέ δεν Θα φοβηθούμε. Ο φόβος είναι για τους εχθρούς. Φόβος και σφαίρες.

Ο πόνος και ο φόβος σ’ ένα σκοτεινό, μοναχικό μέρος.
Ένας νεαρός l5χρονος δημιουργός έδειξε το ερασιτεχνικό του portfolio με σχέδια στον μαιτρ του Underground κόμικς Vaughn Bode. Ο νεανικός ενθουσιασμός του και η επίμονη θέληση του τον οδήγησε από το Detroit να πάρει μια νέα κατεύθυνση στη ζωή του. Παρά τη μεγάλη του αγάπη για την τέχνη του κόμικς, ο James Ο. Barr ποτέ δεν έμαθε να σχεδιάζει από αυτά. Χρησιμοποιεί μοντέλα και φωτογραφίες για να κρατηθεί μια δόση ρεαλισμού στα κόμικς του. Ο δημιουργός σημειώνει στη λίστα των επιρροών του το Γάλλο συγγραφέα George Bataille και τον ποιητή A. Artaud, και καθώς διαβάζεις το The Crow (το κοράκι) αναγνωρίζεις στο κόμικς το στυλ του καθενός. Το κοράκι είναι γεμάτο από ποίηση, ρομαντισμό και από μια πελώρια δόση σωματικής και ψυχικής αναμέτρησης.
Ο J.O. Barr ξεκίνησε τη δημιουργία του Crow το 1981 και επί 10 και πλέον έτη συνέχισε να δουλεύει σ’ αυτό το μυθικό κόμικς. Μιλώντας για το Crow ο δημιουργός του συχνά αναφέρει ότι βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία – κάτι που διάβασε στην εφημερίδα για ένα νεαρό ζευγάρι που δολοφονήθηκε στο Detroit ή κάτι που έχει σχέση με τις επιρροές του από μεγάλους κομίστες όπως ο Will Eisner και ο Vaughn Bode και μερικές φορές αναφέρει ότι είναι εμπνευσμένο από μουσικά ακούσματα, από τους Cure & Joy Division στους Big Black, Pitch Shifter και τη μουσική σκηνή του Gothic Rock.
Όλες αυτές οι εξηγήσεις σκιαγραφούν μονάχα τη μίση αλήθεια, η άλλη μισή και η πιο σημαντική είναι ότι κάποια εποχή της ζωής του ο J.O.Barr πέθανε μέσα του ενώ συγχρόνως συνέχιζε να αναπνέει, ένοιωσε βαθιά στη ραγισμένη, ματωμένη του ψυχή την απώλεια και το απέραντο κενό που δημιουργεί ο ανελέητος Θάνατος και προσπάθησε να δημιουργήσει στο θολωμένο, από την καυτή και παγωμένη ανάσα τζάμι της ψυχής και του νου, νέα επίπεδα ζωής που Θα εναρμονίζονταν αδιάρρηκτα με τη νέα του κατάσταση. «Δεν είναι Θάνατος αν τον αρνείσαι. είναι αν τον δέχεσαι».
Το «Crow» είναι ένα cult κόμικς όπου εκεί ο δημιουργός αποδίδει την προσωπική του τραγωδία. Η ιστορία διαδραματίζεται στη γενέτειρα πόλη του O’Barr, το Dettroit. Ένας νεαρός άντρας ο Εric Draven είναι μαρτυράς ενός άγριου, ζωώδους φόνου, της νεαρής μνηστής του, Shelly, μπροστά στα ετοιμοθάνατα αθώα μάτια του. Εδώ εμφανίζεται με τη μορφή οράματος ο οδηγός του στη νέα κατάσταση, το Κοράκι που προσπαθεί, χωρίς επιτυχία. να πείσει … τον Eric πως όλα είναι εντάξει. Τελικά ο ήρωας πεθαίνει και ένα έτος μετά επιστρέφει στη ζωή, με σύντροφο του ένα κοράκι, βαμμένος με τη μάσκα του Αρλεκίνου για να πάρει εκδίκηση για την αγάπη του, που είναι τόσο δυνατή που τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει. Ο Eric είναι ικανός να βγει από τον τάφο του επειδή μερικά πράγματα δεν μπορούν να συγχωρεθούν, τονίζει με μανία ο O’Barr, «πιστεύω ότι υπάρχει τόσο δυνατή αγάπη που μπορεί να προσπεράσει το θάνατο, μπορεί να τον αρνηθεί, και αυτή η ψυχή δεν θα μπορέσέί να αναπαυθεί έως ότου τα πραγματα μπουν σε μια σειρά που Θα την ικανοποιεί».

Το κοράκι 1 – το φιλμ
Η επιτυχία του κόμικς οδήγησε το 1993 στο γύρισμα του φιλμ «Το κοράκι» με πρωταγωνιστή τον Brandon Lee και σκηνοθέτη τον Alex Proyas. Ακολουθώντας τα χνάρια του κόμικς, στην ταινία περιέχονται και ορισμένα στοιχεία που δεν υπήρχαν στο πρωτότυπο. κάποια άλλα αλλοιώθηκαν και τέλος κάποια δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου. Ωστόσο η αισθητική παρέμεινε η ίδια. ο πόνος, η βία. οι σκιές, τα φαντάσματα, η οργή, το αίμα, η πληγή της απουσίας και ο όρκος της εκδίκησης υπήρχαν όπως υπήρχαν και στο κόμικς. Περιττό να πούμε πως ο Brandon Lee ήταν ο ιδανικός Eric Draven και πως εκεί έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας. Το τραγικό στοιχείο στοίχειωσε και στα γυρίσματα του φιλμ. μόλις 8 ημέρες πριν την ολοκλήρωση των γυρισμάτων. στις 31 Μαρτίου του 1993 ο Brandon Lee, Θρυλικός υιός του Θρυλικού Bruce Lee χτυπήθηκε από πυρά όπλου που υποτίθεται πως περιείχε άσφαιρα. Μετά από 12 ώρες στην εντατική o Brandon πέθανε. Θάφτηκε στο Seattle. δίπλα στον τάφο του πατέρα του, στις 3 Απριλίου. Η μνήμη του Θα είναι πάντα ζωντανή στο «Crow» και όταν Θα αναφερόμαστε στο «Crow» θα μας έρχεται πάντα στο νου η μορφή του Brandon Lee.

Το θέμα των ζωντανών νεκρών
Ο Eric Draven εκπλήρωσε την αποστολή του (στο πρώτο φιλμ). Επανήλθε από τον τάφο, καθάρισε αυτούς που έπραξαν διαβολικά απέναντι στην αγαπημένη του και σ’ αυτόν και ξανά-επέστρεψε στον τάφο του. Μ’ αυτή τη λογική η ιστορία του Eric Draven έχει φτάσει στο τέλος. Έτσι, στη νέα ταινία του Crow, το City of Angels (η πόλη των αγγέλων) έχουμε ένα νέο χαρακτήρα που’ χει ένα νέο σετ καταστάσεων που πρέπει να περάσει ένα δικό του μίγμα γεγονότων που τον καθιστούν τελείως διαφορετικό από τον πρώτο. λέει ο παραγωγός του φιλμ Jeff Most και συνεχίζει «εμείς είμαστε σίγουροι ότι θα προσπαθήσουμε να κάνουμε την ταινία να μην είναι η συνέχεια ή η επαναδημιουργία της πρώτης. Θα έχουμε διαφορετική φόρμουλα, άλλη ιστορία».
Ο Most είναι ο άνθρωπος που είδε την κινηματογραφική ροή να κατακλύζει το κόμικς the crow και μαζί με το βετεράνο παραγωγό Eduard R. Pressman, το μετέτρεψε σε μια ταινία 20 εκ. δολαρίων που μάζεψε 100 εκ. δολάρια διεθνώς. Η αναπάντεχη επιτυχία του πρώτου Crow και οι ξέφρενες πωλήσεις του Soundtrack (που έγινε πλατινένιο) άνοιξαν το δρόμο για τη δημιουργία ενός δεύτερου φιλμ. Η ατυχής συγκυρία του θανάτου του Brandon Lee ήταν ένα πρόβλημα, που λύθηκε από τη γνώμη της πηγής. Ο J. O’Barr ήταν από την αρχή της νέας ταινίας μπλεγμένος στο project. «Δεν θέλαμε να ξεκινήσουμε μια σειρά από συνέχειες χωρίς την εμπλοκή του», εξηγεί ο Most, «εξάλλου ήταν ιδέα του James να κάνει μια σειρά από κόμικς του Crow δημιουργώντας συνεχώς νέους χαρακτήρες».
Έπειτα από τα εξωτερικά γυρίσματα δύο εβδομάδων στους, σκοτεινούς δρόμους του φωτισμένου Los Angeles το The Crow: City of Angels μεταφέρθηκε στα ήσυχα και ασφαλή στούντιο της Universal. Ο βοηθός της παραγωγής παρεμβαίνει φωνάζοντας ησυχία και έπειτα Action. Ο καπνός στροβιλίζει και ένας μακάβρια ήσυχος χορός αρχίζει ξανά, με τον Vincent Perez και τον Richard Brooks σε μια βίαιη πάλη στο μέσο των εορταζόντων. Ο Perez, ένας γάλλος ηθοποιός, ευρύτερα γνωστός για το ρόλο του εραστή της Βασίλισσας στο Oueen Margot μέσα σε ένα μαύρο δερμάτινο τζάκετ, καλυμμένος με ένα αιματηρό μακιγιάρισμα, διαδραματίζοντας τον Ashe, έναν άνδρα που γυρίζει στον κόσμο των ζωντανών – από τον κόσμο των νεκρών – διαμέσου της δύναμης του κορακιού για να εκδικηθεί το φονιά του και πολύ περισσότερο το φονιά του μικρού γιού του και ο Brooks – από τη σειρά Law and Order – παίζει το ρόλο του βίαιου κακοποιού της ταινίας.
Στο σετ του φιλμ συναντάμε τον Alex Proyas και το νέο σκηνοθέτη του φιλμ Tim Pope (πρώτη του ταινία) με l5χρονη πείρα στο γύρισμα Video Clips και ένα αχρησιμοποίητο projecτ για το Back to the Future. «Το νερό είναι μια πολύ σημαντική αλληγορία στην ταινία, το τι είναι κάτω από την επιφάνεια και το τι αντικατοπτρίζεται», σημειώνει ο Pope. «Για μένα η προηγούμενη ταινία μύριζε χώμα, γη, έδαφος. Αυτή που κάνουμε τώρα μυρίζει νερό. Ο Ashe όταν πεθαίνει ρίχνεται στο νερό και ξυπνάει στο βυθό δεμένος με το γιο του και προσπαθεί να αποδράσει και να ξεφύγει. Για μένα αυτή η ιδέα του να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και μετά να ξυπνάς και να ξεφεύγεις, βγαίνοντας από το νερό, σημαίνει ότι αρχίζεις ένα νέο ταξίδι». «Η διάφορα της ταινίας αυτής με την προηγούμενη είναι ότι αυτή μιλά για τη ζωή στο Θάνατο, πως είναι να είσαι πεθαμένος», ολοκληρώνει ο Pope. Όμως το φιλμ έχει κρατήσει μερικά στοιχεία «κλειδιά» από το πρώτο (ιδίως στο Θέμα της μουσικής). Το Crow: City of Angels βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α. το καλοκαίρι του 1996. Τέλος ο J. O’Barr με συνεργάτες τον Αμερικανό συγγραφέα John Wagner (Judge Dredd) και τον Βούλγαρο σχεδιαστή Alex Maleev εκδίδει από τον Ιανουάριο – τρία νέα τεύχη του Crow με τίτλο «Νεκρός χρόνος».

links:
http://ericdraven1972.tripod.com/interview.html

Alberto Breccia

 [1919 – 1993] (ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ-ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ) Ότι και να γράψει κανείς για τον μεγάλο Ουρουγουανό που έκανε πατρίδα του την Αργεντινή είναι λίγο. Ο Alberto Breccia (1919 – 1993) είναι ίσως ο μεγαλύτερος δημιουργός που έβγαλε ποτέ η τέχνη των κόμικς. Αυτοδίδακτος, πρωτοπόρος, καινοτόμος, οραματιστής, πέρασε δύσκολα νεανικά χρόνια και δυστυχώς τα βάσανα της καθημερινότητας τον ακολούθησαν ως και τότε που έφυγε από κοντά μας. Μεγάλος Maestro που δυστυχώς δεν αναγνωρίστηκε όσο έπρεπε-τουλάχιστον όσο βρισκόταν στη ζωή-. Αυθεντικός καλλιτέχνης με μεγάλες δημιουργικές ανησυχίες που συνέβαλε τα μέγιστα στην ωριμότητα της τέχνης. Οι εικόνες του, αν και στατικές, χωρίς μεγάλη κίνηση, είναι τόσο δυνατές σε καταιγιστική εκφραστικότητα πηγαίων συναισθημάτων ώστε μεταγγίζονται αυτόματα στο θεατή και προκαλούν τεράστια και αυθόρμητη συγκινησιακή φόρτιση. Όταν πέθανε, το 1993, η 9η τέχνη έχασε ανεπανόρθωτα τον δικό της Poe. Στο site υπάρχει ένα αρκετά πλήρες χρονολόγιο όλων των κόμικς που σχεδίασε ο μεγάλος αυτός δημιουργός, από τις πρώτες του χιουμοριστικές και περιπετειώδεις σειρές ( El Resero, Kid De Rio Grande, El Vengador),έως τον El Eternauta, την ζωή του Che Guevara και τον Mort Cinder, και από εκεί στον ευαίσθητο Δράκουλα που σχεδίασε και στις επιτυχημένες προσαρμογές σε κόμικς γνωστών λογοτεχνικών έργων των Howard P.Lovecraft, Edgar Allan Poe, κλπ. Ακόμη περιλαμβάνει σελίδες και σκίτσα από κάθε κόμικς που σχεδίασε (έως και το τελευταίο), καθώς και προσχέδια του, και εξώφυλλα από παιδικά βιβλία. Τέλος περιέχει βιογραφικά και δουλειές από τα παιδιά του -επίσης σχεδιαστές- Enrique (σχετικά γνωστός στην Ελλάδα από τον Alvar Mayor που δημοσίευε το περιοδικό Σκορπιός), Cristina και Patricia. Επισκεφτείτε το…

Links:
http://www.mundobreccia.com/
http://www.humano.com/breccia/eternaute.html
http://www.buchmesse.de/comic-argentina/ebreccia1.htm
http://www.fucine.com/archivio/fm16/lorenzon.htm

Francois Boucq

[28/11/1955-] (Γαλλία) Ο σπουδαίος Γάλλος καλλιτέχνης Francois Boucq γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1955 στην Lille. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1974, δημοσιεύοντας γελοιογραφίες στα Le Point, l’Expansion, Play Boy και le Matin. Το 1975 δημοσίευσε τα πρώτα του κόμικς στο Mormoil. Ο ουμανισμός του τον ώθησε να ασχοληθεί τα δυο επόμενα χρόνια με το καρναβάλι της γενέτειρας του. Το 1977 επέστρεψε στην 9η Τέχνη και παρέα με τον σεναριογράφο Philippe Delan παρουσίασαν το Les Cornets de l’Amour/La Vie, la Mort et Tout le Bazar, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Pilote. Ακολούθησαν τα Rock Mastard (μια παρωδία υπέρ-ηρώων) και les Lecons du Professeur Bourremou -με τον Pierre Christin.

Από το 1983 κι έπειτα ξεκίνησε μια μακρόχρονη συνεργασία με το A Suivre, δημοσιεύοντας χιουμοριστικά κόμικς, όπως τα Les Pionniers de l’Aventure Humaine, Point de Fuite pour les Braves, κλπ. Σύντομα όμως στράφηκε σε πιο σοβαρά και φιλόδοξα projects και μαζί με τον Αμερικανό μυθιστοριογράφο Jerome Charyn δημιούργησαν τα υπέροχα La Femme du Magicien (1984/86) -ένα εξώτερο, ατμοσφαιρικό και συμβολικό θρίλερ με φανταστικές και ονειρικές προεκτάσεις, με ψυχρό χιούμορ που φιλτράρεται σε φαντασμαγορίες και αισθήσεις, τιμήθηκε με το βραβείο Alfred καλύτερου άλμπουμ κόμικς στο φεστιβάλ της Angouleme το 1986-, και Bouche du Diable (1989) -μιξάροντας με θαυμαστό τρόπο στοιχεία σασπένς, μυστηρίου και φανταστικού, καταγράφοντας την μοιραία πορεία ενός Σοβιετικού κατάσκοπου από την σχολή εκπαίδευσης της KGB στην Ουκρανία στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Το Νοέμβριο του 1991 με τον μεγάλο Jodo παρουσίασαν την ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ σειρά Face de Lune (έχουν εκδοθεί τα δυο πρώτα άλμπουμ αυτής της τριλογίας). Η συνεργασία -και η φιλία- τους συνεχίζεται ως σήμερα με έργα σπουδαία όπως τα Tresor de l’Ombre, Bouncer και Albina et les hommes chiens.

Ολοκληρωμένος δημιουργός ο Boucq έγραψε και σχεδίασε αρκετά δικά του κόμικς, όπως τον παράξενο χαρακτήρα Jerome Moucherot και φυσικά τον αξιολάτρευτο Χάρο. Το 1998 βραβεύτηκε με το μεγάλο βραβείο -για το σύνολο του έργου του- στην Angouleme. Εργάστηκε επίσης στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο (κυρίως με τις ταινίες του μικρού μήκους). Το έργο του αποτελεί πηγή έμπνευσης για κάθε νέα γενιά σχεδιαστών. Τα απαράμιλλα, παράδοξα και αλλόκοτα κόμικς του μέγιστου δημιουργού Francois Boucq απεικονίζουν ένα γκροτέσκο και -πολλές φορές- απειλητικό και ακατανόητο σύμπαν που όμως υψώνει -πάντα- στην κορυφή την ανθρώπινη ευαισθησία, τον αγώνα του ατόμου και την τρυφερότητα. Τα υπέροχα κόμικς του είναι τα… τριαντάφυλλα της καλλιτεχνικής του τελειότητας, η ωριμότητα της διανόησης.

Francois Boucq made his debut in 1974 in the newspaper Le Point, by drawing several political caricatures. His first comic appeared a year later in Mormoil. In 1978 he created, together with writer Delan, a series of short stories which were published in Pilote, and reprinted in album format under the title ‘La Vie, la Mort et Tout le Bazar’. From 1983 on, he published regularly in the magazine ΐ Suivre. This work was later brought out in albums with titles like ‘Les Pionniers de l’Aventure Humaine’, ‘Point de Fuite pour les Braves’ and ‘La Pιdagogie du Trottoir’. Boucq collaborated with writer Jιrτme Charyn on ‘Bouche du Diable’ and with Alexandro Jodorowsky on ‘Face de Lune’. In 1995, Boucq created a series of short stories, centering around the theme of death, published in ΐ Suivre and Fluide Glacial. His work has also appeared in several collective works. In 1998 he won the Grand Prix of the Comic Festival of Angoulκme. His latest series is about the leopardskin-wearing insurance agent, ‘Jerome Moucherot’.

Links:
http://www.casterman.fr/boucq/
http://www.6bears.com/ragedev.html
http://vbg.free.fr/boucq.htm
http://bugpowder.com/lexikon/boucq.html
http://www.bdparadisio.com/scripts/detail.cfm?Id=300
http://www.comic-art.com/bios-2/boucq.htm
http://bdoubliees.com/journalpilote/auteurs1/boucq.htm

Enki Bilal

Γεννημένος στις 7 Οκτώβρη του 1951 στο Βελιγράδι, ο Enki Bilal φτάνει στο Παρίσι το 1960. Το 1972 κερδίζει το μεγάλο βραβείο σ’ ένα διαγωνισμό κόμικς που είχε διοργανώσει το – πάλαι ποτέ – περιοδικό Pilote. Σ’ αυτό το χώρο δημοσίευσε το πρώτο του κόμικς, που φέρει τον τίτλο «Το καταραμένο μπώλ», φανερά επηρεασμένος από τους απέραντους χώρους του φανταστικού. Οι πρώτες του δημιουργίες ποτισμένες από μάγματα φαντασίας κυμαίνονται σε μικρές αυτοτελείς ιστορίες που από μέσα τους απορρέει μια σφιχτή – πολυδιάστατη -. κλειστή και έντονη κατάσταση αβάσταχτου πόνου, η ροοφόρα, μοναχική. γλυκιά – μα κοφτερή λεπίδα στη σάρκα – μελαγχολία, η εμμονή στο παράδοξο, στο ακατανόητο, στο μεταφυσικό στοιχείο και η βία συνθέτουν ένα μετά – σύμπαν ανέλπιδο, γεμάτο αίμα, Θάνατο και μια υπόκωφη διάθεση ξυραφιών στο δέρμα της ψυχής. Ονειρικές – εφιαλτικές – πεσιμιστικές καταστάσεις, μια άπνευστη φυγή στο χώρο – χρόνο των μεταφυσικών πλάσεων, συμβάντων και ουρλιαχτών. Οι ιστορίες αυτές υπάρχουν στα άλμπουμ «L’ Appel des Etoiles » και «Αναμνήσεις απ’ το υπέρ – διάστημα» που ο δημιουργός τα ορίζει σαν «σημεία αναφοράς» για τις άλλες κατοπινές δημιουργίες του.

Η κρουαζιέρα των λησμονημένων

Ο Enki Bilal συναντά το 1972 τον σεναριογράφο Pierre Christin. Τα κοινά χνώτα που κουβαλούν, αποκτούν μορφή στους «Θρύλους του σήμερα», μια σειρά από πέντε άλμπουμ πολιτικής φαντασίας που ξεκινά με την προσωπική «Κρουαζιέρα των Λησμονημένων», συνεχίζεται με το επικό «Πέτρινο Καράβι», το αριστουργηματικό «Η Πόλη που δεν Υπήρχε», το νοσταλγικό Οι φάλαγγες της Μαύρης Τάξης και ολοκληρώνεται (:) με το ομιχλώδες «Παρτίδα Κυνηγιού». Στην αρχή – πρώτα άλμπουμ – υπήρχε σε πρώτο πλάνο ο τοπικός χαρακτήρας, με αναφορές καθαρά γαλλικές (Βρετόνοι, ψαράδες, στρατιωτικό στρατόπεδο στην Λαντ, απεργία εργατών στα χυτήρια του Ζαντακούρ) στην εξέλιξη όμως το πλαίσιο άπλωσε τα κόκκινα πλοκάμια του και το χταπόδι περιπλανήθηκε και απόμεινε μονάχο του σε κάποιες ευαίσθητες – ταραγμένες – περιοχές στα Δυτικά ή Ανατολικά της Μητρόπολης. Οι «Θρύλοι του Σήμερα» διαπραγματεύτηκαν νέα θέματα, εισάγοντας στα πάνελ την πολιτικοκοινωνική σκοπιά και ιχνηλατώντας τη βία της ανάμνησης, ακολουθώντας τα χνάρια της ουτοπικής πραγματικότητας και της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, αποτελώντας το ρόλο ενός μαχητή αγγέλου, βουβό αγγελιοφόρο του αναπόφευκτου.

Ο δρόμος για την αιωνιότητα

Ο νεωτεριστής, ανανεωτής του σύγχρονου κόμικς, ο μεγάλος Enki Bilal δεν Θα μπορούσε να λείψει από την εστέτ ομάδα του μυθικού Metal Hurlant (Moebius, Farkas, Dionnet, Druillet, Jodorowsky), έτσι το 1975, στο τεύχος 6 του περιοδικού δημοσιεύει το εκπληκτικό «Crux Universalis Eternity Road», μια ασπρόμαυρη ιστορία πόνου, σπαραγμού, ματαίας αναζήτησης, παράνοιας, αποκεφαλισμών, μέσα σε μια παράδοξα εφιαλτική σκηνή του Θεάτρου του πανικού και παράλληλα με ένα ανατριχιαστικό κλίμα ενός παράφρονα Θεού και ενός δαίμονα που δεν διαφέρουν και πολύ. Φωνές από μια τερατώδη διάσταση ενός πλατό βυθισμένου στο μαύρο αίμα. Συνάμα. με τον J.Ρ. Dionnet, δημιουργούν το «Exterminateur 17», ένα κόμικς όχι και τόσο πετυχημένο, ίσως λόγω ασυμβατότητας των κόσμων των δύο δημιουργών.

Bleu sang – Το αμύγδαλο του Θεού

Με τη «Γιορτή των Αθανάτων» (1980) ο Bilal αφήνει τα χρώματα και τις ιδέες να τον οδηγήσουν στο κορυφαίο σκαλί της δημιουργίας. Ο «A. Nikopol» είναι ο ήρωας του κόμικς αυτού, στην ουσία ένα θύμα, το ιδανικό Θύμα κάθε είδους χειραγώγησης, χαρακτηριστικό απόκληρο μιας απάνθρωπης κοινωνίας. Πολλές οι αναφορές στο γερμανικό κινηματογράφο της δεκαετίας του εβδομήντα. («Το μαχαίρι στο κεφάλι», «ο Αμερικανός φίλος», απ’ όπου και π ομοιότητα του «Nikopol» με το μεγάλο ηθοποιό Bruno Ganz. Ξεκινώντας από μια ασφυκτική ατμόσφαιρα μιας καταπιεσμένης πόλης, δημιουργήθηκε η προβολή του Παρισιού σε ένα κοντινό μέλλον (2023) και η καρικατούρα μιας απολυταρχικής εξουσίας. Η εικόνα που απορρέει δεν είναι ακριβώς μελλοντολογική. Οι αναφορές στο παρόν και στο παρελθόν δίνουν μια εντύπωση βιωμένων καταστάσεων, επανάληψης, επιστροφής στα ίδια. Πρόκειται για μια ιστορία πολιτική αλλά με γενικότερη έννοια, υπάρχουν αναφορές στο ναζισμό, στο φασισμό και σε δικτατορίες του ’30 και ’40, στην εκκλησία (π.χ. παπάδες), στον μιλιταρισμό.
Ο Bilal έφερε το ρεύμα των εκκεντρικών ιστοριών στο απόγειο της δόξας τους. Όπως και ο συγγραφέας ΕΦ Roger Zelazny στο βιβλίο του «Το βασίλειο του σκότους και του φωτός», έτσι και ο Bilal εμφανίζει στο κόμικς του αιγυπτιακές θεότητες, θεοί που με σκάφος τους μια ιπταμένη πυραμίδα μένουν από καύσιμα πάνω από το Παρίσι. Ο πιο συμπαθής από αυτούς ο Χόρους, ο τρελός επαναστάτης, φονιάς Θεός με την ανθρώπινη ψυχή, παρανοϊκός και φιλόδοξος που μπαίνει στο κορμί του Νικοπόλ καταλαμβάνοντάς τον και χαρίζοντας του ένα πόδι από σίδερο. Αιγύπτιοι Θεοί με ανθρώπινα ελαττώματα, ο ευαίσθητος, αγνός ήρωας Νικοπόλ με ένα πόνο σπαραχτικό, ο γιος του που είναι όμοιός του (Ο Νικοπόλ καταψύχτηκε και στάλθηκε εξορία στο διάστημα για 30 χρόνια) και έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του (τον γιο ας τον λέμε Νίκο) και την ίδια προσωπικότητα. Στοιχεία σουρεαλιστικής οπτικής που συγχέονται σε ένα Enki Bilal παράλογο σύμπαν που σφύζει από εξωγήινους, μηχανές που μιλούν, τέρατα, βίαιους ακρωτηριασμούς, σφαγές. απόγνωση, θλίψη, τον Θάνατο, την ανάσταση και το πέρασμα στους δρόμους της ψυχικής αρρώστιας. Πεσιμιστική διάθεση από τον ιδιοφυή Bilal απέναντι σ’ ένα κόσμο τρελών.
Το 1986 δημιουργεί τη συνέχεια με τη «Γυναίκα Παγίδα» που δεν είναι άλλη από τη Τζιλ Μπιοσκόπ. Η αποτρόπαια και ντελιριακή οδύσσεια της νεαρής αυτής γοητευτικότατης δημοσιογράφου με τον ασύστολο εθισμό της στα παραισθησιογόνα και στη λήθη. Η Τζιλ θα δοθεί στον Νικοπόλ και το τρίγωνο ολοκληρώνει ο Χόρους. Το τελευταίο μέρος της τριλογίας φέρει τον τίτλο «Ισημερινό ψύχος» και, αν και έρχεται να ξεδιαλύνει τις καταστάσεις, τελικά τις κατευθύνει στην αρχή, διαγράφοντας ένα κύκλο που φτάνει στο τέλος του και στην αρχή του. Ο Νικοπόλ παρηκμασμένος, παρατημένος από τη ζωή, με την ψυχή του να’ χει φύγει από το στήθος του και να’ χει πετάξει σαν πεταλούδα, φτάνοντας και μένοντας για πάντα στα χείλη της Τζιλ. Ένα εκπληκτικό βιβλίο το «Bleu Sang» (Μπλε αίμα) προστίθεται και εστιάζει την προσοχή του στους παθιασμένους έρωτες της Τζιλ Μπιοσκόπ και του Νικοπόλ.

Δεν θέλω να πεθάνω από ζέστη στους -20

Ο Enki Bilal, ο απόλυτος ζωγράφος των κόμικς, με αριστουργήματα όπως Η Γυναίκα Παγίδα, Ο ύπνος του κτήνους και 32 Δεκέμβρη, ευφυής συγγραφέας, εκτός από τα κόμικς ασχολήθηκε και με το σινεμά (και συνεχίζει…).Έπειτα από ένα φιλμ μικρού μήκους με τίτλο La Femme Graphique, το 1989 γύρισε την πρώτη του ταινία το «Bunker Palace Hotel» (εντελώς άπαιχτη στην Ελλάδα, μα ίσως κάποτε έρθει και στα ζοφερά μέρη μας) και χρόνια αργότερα μια δεύτερη, το Tykho Moon.